Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, Μαρτίου 31, 2012

Η απαρχή μιας αυτοκρατορίας Τα πρώιμα Beretta


 


Κάθε εφεύρεση που ανοίγει νέους δρόμους είναι ένα μεγάλο γεγονός για μια βιομηχανία. Αν αυτή η εφεύρεση γίνεται μάλιστα αναπόσπαστο οπτικό στοιχείο του προϊόντος, τότε η επιτυχία είναι διπλή. Και αν αυτή η εμβληματική εμφάνιση καταφέρνει να επιβιώνει επί εβδομήντα χρόνια, τότε πρόκειται για διαχρονικό εμπορικό και τεχνικό κατόρθωμα! Ο λόγος γίνεται για τους γνωστούς «ώμους» των σουπερποζέ της Beretta που έχουν συνδεθεί άρρηκτα με όλα τα αλληλεπίθετα της εταιρείας.


Η αρχή χάνεται κάπου στη δεκαετία του 1930. Πηγές μέσα στην ίδια την Beretta -καθώς και εξωτερικοί ιστορικοί- δεν είναι σαφείς για τη χρονολογία του πρώτου σουπερποζέ της εταιρείας. Οι περισσότεροι αναφέρουν το έτος 1934 ως την αρχή. Τότε εμφανίστηκε ή σχεδιάστηκε το πρώτο σουπερποζέ της σειράς SO... Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι τα SO φέρουν σφραγίδα κατασκευής μετά το 1945. Και αυτό είναι λογικό. Καθώς από το 1934 έως τον Β' Πόλεμο η παραγωγή μάλλον ήταν δεσμευμένη από στρατιωτικές παραγγελίες.

Τα πρώτα SO πρέπει να προξένησαν στους μεγάλους κατασκευαστές και σχεδιαστές λειόκαννων το συναίσθημα... «γιατί δεν το σκέφτηκα εγώ αυτό!» Ηταν ίσως το πρώτο σουπερποζέ που, έξυπνα και απλά, έλυνε τον γρίφο που ταλάνιζε τον κλάδο από το 1909, οπότε εμφανίστηκε το πρώτο σουπερποζέ χαμηλού προφίλ, το Boss...

Το κύριο πρόβλημα ήταν πώς να χαμηλώσει και να συμμαζευτεί το σχήμα του αλληλεπίθετου όπλου. Οι Γερμανοί, που είχαν τα πρώτα λειτουργικά σουπερποζέ, είχαν απλά μεταφέρει το κλείδωμα του πλαγιόκαννου στο αλληλεπίθετο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα αρκετά βαθύ προφίλ, και ένα όπλο που είναι μεν ζυγισμένο, αλλά ογκώδες!

Ο Boss «έσπασε» τον πίρο των καννών και τον έκανε διακεκομμένο. Για ενίσχυση έβαλε πλαϊνά κλειδιά στο εσωτερικό της βάσης, που δένουν με αντίστοιχες εσοχές στις κάννες. Το Boss ήταν μεν ρηχό, λόγω των πίρων, αλλά ογκώδες διότι τα πλαϊνά κλειδιά προσθέτουν πλάτος -άρα όγκο- στη βάση.

Το 1920 ο Γάλλος Boniface Petrik είχε πατεντάρει ένα σουπερποζέ με διακεκομμένους πίρους και κάτι άλλο, πολύ σημαντικό: τους τραπεζοειδείς ώμους στις κάννες που δένουν με αντίστοιχες εσοχές στη βάση! Αυτή η φαινομενικά μικρή εξέλιξη έγινε το σήμα-κατατεθέν της Beretta μεταπολεμικά.

Οι ώμοι διοχετεύουν τις δυνάμεις από την πυροδότηση στο μέταλλο της βάσης και δεν αφήνουν τους πίρους να σηκώσουν όλο το φορτίο. Ταυτόχρονα όμως, κάνουν και κάτι πολύ σημαντικό: μετατρέπουν τη βάση σε κλειδί, και έτσι δεν υπάρχει λόγος για πρόσθετα κλειδιά που αυξάνουν το πλάτος. Ταυτόχρονα λύνουν και το πρόβλημα του βάθους, αφού συνδυάζονται με τους διακεκομμένους πίρους για να δώσουν μια εξαιρετικά ρηχή βάση.

Μπορεί η αρχική εφεύρεση των ώμων να ανήκει στον Petrik (ή ακόμη και σε κάποιον άλλο), δεν χωρά αμφιβολία όμως ότι ήταν η Beretta που εξέλιξε την ιδέα περισσότερο από κάθε άλλο κατασκευαστή! Στα πρώτα σουπερποζέ της σειράς SO η εφεύρεση εφαρμόστηκε σε όπλα εξαιρετικής ποιότητας και ομορφιάς. Ηταν όμως ακριβά όπλα με ολόκληρες φωτιές, και πολλή δουλειά στο χέρι με ό,τι αυτό σημαίνει στην τελική τιμή. Ενα από τα πρώτα SO πουλήθηκε στον συγγραφέα Ερνεστ Χέμινγουεϊ για αρκετές εκατοντάδες δολάρια, σε μια εποχή που 100 δολάρια ήταν ένας μηνιαίος μισθός...

Το μοντέλο ASE ήταν το «φθηνό» μοντέλο που συντρόφευε τα SO. Με μηχανισμό στην πλάκα της σκανδάλης, απέφευγε το κόστος της ολόκληρης φωτιάς. Τα υπόλοιπα όμως ήταν όμοια: κλείδωμα τύπου Κέρστεν, κάννες από ατσάλι Boehler, και σκάλισμα στο χέρι, το ASE ακολουθούσε τη φιλοσοφία του χειροποίητου όπλου με ανάλογο κόστος.

Η ανατροπή της φιλοσοφίας του χειροποίητου ήλθε το 1955 με το μοντέλο S55. Οπως λέει η Beretta σε έντυπό της, «το S55 αντιπροσωπεύει το πρώτο κυνηγετικό σουπερποζέ ποιότητας σε λογική τιμή, και την πρώτη σειρά λειόκαννων που μπορούσαν να συναρμολογηθούν από τμήματα που ήταν ήδη προκατασκευασμένα και φινιρισμένα».

Αυτό που λέει με πλάγιο τρόπο ο ιστορικός της Beretta είναι ότι το S55 ήταν η πρώτη και προφανώς επιτυχημένη απόπειρα κατασκευής λειόκαννου που εφάρμοζε τις τεχνικές της μαζικής παραγωγής. Ξέφευγε από την παλιά τακτική όπου κάθε κομμάτι του όπλου -ακόμη και οι βίδες του πέλματος- περνούσαν από εφαρμογή στο χέρι. Η νέα σειρά είχε βάσεις κατασκευασμένες με ακρίβεια, που επέτρεπε την απλή εγκατάσταση, χωρίς εφαρμογή στο χέρι, όλων των εσωτερικών τμημάτων. Η νέα τακτική ήταν χρήσιμη και στη μετέπειτα επισκευή, καθώς η αντικατάσταση ήταν και αυτή χωρίς εφαρμογές στο χέρι.

Μια γρήγορη ανασκόπηση των μοντέλων, από το πρώτο S55 μέχρι τα σημερινά 686, δείχνει πως η Beretta επιδόθηκε σε μια συνεχή διαδικασία βελτίωσης. Από το αρχικό πολύγωνο μονομπλόκ το S55 γρήγορα πέρασε σε στρογγυλεμένο σχήμα. Ο μηχανισμός από ελατήρια V πέρασε στα ελικοειδή «από σουηδικό ατσάλι, που είναι άθραυστα και πιο ανθεκτικά» όπως λέει ο κατάλογος της εταιρείας για το S55, στα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Η βάση του S55 είχε οπλιστήρες σε σχήμα λάμας, συρταρωτούς στο κάτω μέρος της βάσης. Πρόκειται για το συμβατικό σχήμα βάσης που σήμερα βλέπουμε στα περισσότερα σουπερποζέ του κόσμου. Στη σειρά 680 οι οπλιστήρες είναι πίροι που λειτουργούν μέσα σε κυλινδρικές εσοχές. Επίσης η βάση στη σειρά 680 έχει ημικυκλικό πυθμένα, και έτσι δεν υπάρχει δίοδος που να επιτρέψει σε ξένα σώματα να περάσουν μέσα στον μηχανισμό. Η εσωτερική κυρτότητα καθιστά τη βάση θεωρητικά πιο ανθεκτική...

Είναι ενδεικτικό ότι το 1957 το S55 πουλιόταν στην Αμερική σε λιανική κάτω από τα 200 δολάρια! Για ένα ευρωπαϊκό όπλο από παραδοσιακή φίρμα αυτή ήταν εκπληκτική τιμή.

Τα υπόλοιπα μοντέλα της σειράς 5, το 56, 57 και 58 ανέβαιναν σε ποιότητα φινιρίσματος, διατηρώντας όμως την ίδια εσωτερική δομή. Ηταν η απαρχή της εφαρμογής της συστημικής παραγωγής από την Beretta, κάτι που ακολούθησαν άλλοι κατασκευαστές έκτοτε. Αυτό που δεν άλλαξε είναι η ιδιάζουσα όψη των σουπερποζέ, η οποία προέρχεται από τη λοξή γραμμή στο σημείο που οι ώμοι των καννών βρίσκουν την εσοχή της βάσης. Αυτή η γραμμή παραμένει αναλλοίωτη από το πρώτο SO και S55 μέχρι το πιο πρόσφατο μοντέλο της Beretta.

Τιπς

Η λοξή γραμμή καθιστά το όπλο άμεσα αναγνωρίσιμο είτε στον οπλοβαστό είτε στο κυνήγι. Τέτοια άμεση αναγωρισιμότητα δύσκολα βρίσκεται ακόμη και σε όπλα που κοστίζουν 250.000 ευρώ, διότι όλα τα ακριβά μοιάζουν μεταξύ τους. Χρειάζεται να διαβάσει κανείς το όνομα του κατασκευαστή για να ξεχωρίσει ανάμεσα σε Bossis και Fabbri. Οχι όμως σε ένα S55, γιατί αυτό αναγνωρίζεται από μακριά! Και αυτό που το καθιστά αναγνωρίσιμο τυχαίνει να είναι και το μεγαλύτερό του μηχανικό προτέρημα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου